Τονίζεται η ανάγκη παρακολούθησης των βασικών μεγεθών πριν τη λήψη αποφάσεων με μέτρα μόνιμου χαρακτήρα – Πηγές εμφανίστηκαν αισιόδοξες για την ανάκαμψη
Θετικά στοιχεία για την ελληνική οικονομία αποτυπώνει η έκθεση του Γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής για το δεύτερο τρίμηνο του έτους, χωρίς, παράλληλα, να λείπουν οι επισημάνσεις. Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η γρήγορη επαναφορά δεν θα πρέπει να λειτουργήσει καθησυχαστικά καθώς στηρίζεται σε έκτακτους παράγοντες που δεν είναι βέβαιο ότι θα διατηρηθούν μεσοπρόθεσμα, όπως η γενική ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων λόγω της πανδημίας (PEPP) της ΕΚΤ. Τονίζεται έτσι η ανάγκη παρακολούθησης των βασικών μεγεθών πριν τη λήψη αποφάσεων συνέχισης της επεκτατικής οικονομικής πολιτικής με μέτρα μόνιμου χαρακτήρα.

Πηγές του γραφείου εμφανίστηκαν αισιόδοξες για την ανάκαμψη χωρίς όμως ακόμα να είναι σίγουρο ότι θα επαληθευτούν οι εκτιμήσεις για τη διαγραφή των επιπτώσεων της πανδημίας το 2021. Εκτιμάται ότι για να γίνει πλήρης επαναφορά απαιτείται ρυθμός 9%. Οι ίδιες πηγές εξηγούν ότι είναι πολύ πιθανό ένα μέρος της ανάκαμψης του 2021 να έχει μόνιμα χαρακτηριστικά.

Στην έκθεση, την οποία παρουσίασε ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής Φραγκίσκος Κουτεντάκης, αναφέρεται ότι η πορεία των βραχυχρόνιων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας και προσδοκιών υποδηλώνουν ότι η ανάκαμψη θα συνεχιστεί και το γ’ τρίμηνο του 2021. Στην έκθεση υπογραμμίζεται παρά ταύτα ότι η επαναλειτουργία των περισσότερων οικονομικών δραστηριοτήτων, από την πλευρά της προσφοράς, σε συνδυασμό με τις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις των νοικοκυριών και την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, από την πλευρά της ζήτησης, λειτούργησαν συμπληρωματικά προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης του ρυθμού μεγέθυνσης. Ωστόσο, αφενός οι αποταμιεύσεις είναι πεπερασμένες, αφετέρου η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα αναστραφεί με την λήξη των έκτακτων μέτρων. Επιπρόσθετα, ο κίνδυνος μιας αναζωπύρωσης της πανδημίας δεν έχει εκλείψει οριστικά.

Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η έκθεση αναφέρει ότι τα δημόσια οικονομικά δείχνουν διεύρυνση του πρωτογενούς ελλείμματος στο πρώτο 7μηνο του έτους, από τα 7,5 δις περίπου πέρυσι σε πάνω από 10,5 δις φέτος, αντανακλώντας την επιβάρυνση των έκτακτων δημοσιονομικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας. Σύμφωνα με την έκθεση, η εξέλιξη μέχρι το τέλος του έτους είναι αβέβαιη καθώς, από τη μια πλευρά, λήγουν σταδιακά τα έκτακτα μέτρα ενώ, από την άλλη, προστίθενται οι νέες παρεμβάσεις, ύψους περίπου 1,1 δις, που δεν περιλαμβάνονταν στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα. Με τα σημερινά δεδομένα δεν αναμένεται σημαντική απόκλιση από τις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου (πρωτογενές έλλειμμα 12,3 δις ή 7,2% του ΑΕΠ). Σημειώνεται ακόμα ότι ενδεχόμενη απόκλιση του ελλείμματος σε ονομαστικούς όρους, πιθανότατα θα αντισταθμιστεί σαν ποσοστό του ΑΕΠ εξαιτίας της ταχύτερης του αναμενόμενου οικονομικής μεγέθυνσης.

Επιστροφή στο 2019 το δεύτερο τρίμηνο
Η ελληνική οικονομία κατέγραψε υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης 16,2% κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους (έναντι 14,3% στην Ευρωζώνη) επιστρέφοντας ουσιαστικά στο επίπεδο του 2019. Συγκρίνοντας και τα υπόλοιπα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη με το 2019, διαπιστώνεται ότι η ανεργία έχει μειωθεί, ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει διευρυνθεί. Υπογραμμίζεται επίσης η επιτυχής δανεισμός του δημοσίου από τις διεθνείς αγορές συνεχίστηκε και κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2021, ενώ αναβαθμίστηκε και η πιστοληπτική αξιολόγηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η ανεργία τον μήνα Ιούλιο, σε εποχικά διορθωμένους όρους, ήταν στο 14,2%, δηλαδή τρεις μονάδες κάτω από τον Ιούλιο του 2019. Αυτό αποτελεί μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη, κυρίως αν ληφθεί υπόψη ότι οι περισσότερες αναστολές εργασίας είχαν ήδη αποσυρθεί στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, από την άλλη, παραμένει υψηλό κατά το δεύτερο τρίμηνο (7,5 δις) και έχει διευρυνθεί από το ήδη αυξημένο επίπεδο που είχε καταγράψει το 2020 (7,1 δις) σε σχέση με το 2019 (4,1 δις). Τέλος, ο πληθωρισμός έχει περάσει σε θετικό έδαφος από τον Ιούνιο φτάνοντας το 1,2% τον Αύγουστο. Η αυξητική τάση που παρουσιάζει διεθνώς δεν είναι ακόμα σαφές αν θα περιοριστεί στη βραχυχρόνια περίοδο ή θα υπάρξει διάρκεια. Στην πρώτη περίπτωση – και εφόσον δεν αναπροσαρμοστούν ανάλογα τα εισοδήματα – θα υπάρξει μια μείωση της αγοραστικής δύναμης που θα πλήξει περισσότερο τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά. Στη δεύτερη περίπτωση, η μείωση της αγοραστικής δύναμης θα επιδεινωθεί και επιπρόσθετα θα αυξηθεί η πιθανότητα μεταστροφής της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ – χάρη στην οποία το ελληνικό δημόσιο αντιμετωπίζει ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια δανεισμού.

Οι αβεβαιότητες και η ΕΚΤ
Οι σημαντικότερες αβεβαιότητες είναι μεσοπρόθεσμες και αφορούν τα έτη από το 2022 και μετά. Οι αποφάσεις της ΕΚΤ σχετικά με το έκτακτο πρόγραμμα αγορών κρατικών ομολόγων και η αναθεώρηση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας θα καθορίσουν το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί η ελληνική οικονομία και ειδικότερα η δημοσιονομική πολιτική. “Η στάση της ΕΚΤ θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία του πληθωρισμού, όπως αναφέραμε παραπάνω. Σημειώνουμε ωστόσο ότι το PEPP έχει ημερομηνία λήξης, τον Μάρτιο του 2022, και μένει να διευκρινιστούν τα επόμενα βήματα. Το Σύμφωνο Σταθερότητας – που βρίσκεται σε αναστολή μέχρι το τέλος του 2022 – αποτελεί ήδη αντικείμενο συζήτησης”, αναφέρει η έκθεση και προσθέτει ότι “όπως υποστηρίξαμε στη γνώμη που καταθέσαμε σχετικά με την αναθεώρησή του, οι κανόνες πρέπει να κινηθούν προς την κατεύθυνση της απλούστευσης και της μεγαλύτερης ευελιξίας ώστε να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές συνθήκες που αντιμετωπίζει κάθε κράτος-μέλος”.

Επισημαίνεται ότι μάλιστα ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες, η χώρα πρέπει να σχεδιάσει τη διαδικασία επαναφοράς στη δημοσιονομική ισορροπία προκειμένου να απορροφήσει μεσοπρόθεσμα τους κραδασμούς που προκάλεσε η πανδημία, χωρίς να επιβραδύνει την ανάκαμψη της οικονομίας. Για το λόγο αυτό, απαιτείται η γρήγορη απορρόφηση και αποδοτική αξιοποίηση των πόρων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης. Τομείς όπου θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν οι ανωτέρω πόροι περιλαμβάνουν τις επενδύσεις στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της δημόσιας υγείας (πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας), τις επενδύσεις βελτίωσης του περιβάλλοντος και καταπολέμησης των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής (‘πράσινες’ επενδύσεις), τις επενδύσεις σε εφαρμογές ψηφιακού μετασχηματισμού, τις επενδύσεις στην ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, και σε επενδύσεις ενίσχυσης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.

Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις
Τον Ιούλιο του 2021 καταγράφηκε μείωση των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου κατά 141 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2020. Ειδικότερα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν κατά 58 εκατ. ευρώ φτάνοντας τα 1.758 εκατ. ευρώ και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων μειώθηκαν κατά 199 εκατ. ευρώ φτάνοντας τα 547 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο στο τέλος του Ιουλίου του 2021, διαμορφώθηκε στα 109 δις ευρώ, αυξημένο κατά 3,6 δις ευρώ σε σχέση με τον Ιούλιο του 2020. Η αύξηση αυτή υπολογίζεται από (α) τις ληξιπρόθεσμες οφειλές κατά την 1/8/2020 που βεβαιώθηκαν μεταγενέστερα ύψους 1,17 δις ευρώ, συν (β) τις νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 7,73 δις ευρώ μείον (γ) τις εισπράξεις και διαγραφές 5,25 δις ευρώ. Παράλληλα κατά το πρώτο επτάμηνο του 2021 το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών αυξήθηκε κατά 883,4 εκατ. ευρώ, καθώς οι εκροές από το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, δηλαδή οι εισπράξεις και οι διαγραφές (2.888 εκατ. ευρώ) ήταν λιγότερες από τις εισροές, οι οποίες περιλαμβάνουν τα νέα ληξιπρόθεσμα ύψους 3.159,3 εκατ. ευρώ και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές στο τέλος του 2020 που βεβαιώθηκαν μεταγενέστερα (612,1 εκατ. ευρώ).

Αξίζει να σημειωθεί ότι από το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο (109 δις ευρώ) ποσοστό 22,8% (που αντιστοιχεί σε 24,8 δις ευρώ) αφορά σε οφειλές που χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης. Κατά συνέπεια το «πραγματικό» ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, δηλαδή το συνολικό υπόλοιπο μετά την αφαίρεση του ανεπίδεκτου είσπραξης υπολοίπου ανέρχεται στα 84,2 δις ευρώ την 1/8/2021, σημειώνοντας αύξηση κατά 1,4 δις ευρώ σε ετήσια βάση.

Συντάξεις
Στο τέλος Ιουνίου 2021 ο e-ΕΦΚΑ κατέβαλλε 2.707.392 συντάξεις (που αντιστοιχούν σε 2.433.921 συνταξιούχους), αριθμός οριακά αυξημένος σε σχέση με τον Μάρτιο 2021 που καταβλήθηκαν 2.703.848 συντάξεις (σε 2.433.926 συνταξιούχους), αλλά μειωμένος σε σχέση με τον Μάρτιο 2020 (2.712.694 συντάξεις σε 2.460.535 συνταξιούχους).

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έθεσε στη διάθεσή μας ο e-ΕΦΚΑ και τα στοιχεία της έκθεσης “ΑΤΛΑΣ” για τον Ιούνιο 2021, ο συνολικός αριθμός των εκκρεμών αιτήσεων συνταξιοδότησης μειώθηκε από 142.134 στο τέλος του 1ου τριμήνου 2021 (και εκτιμώμενη δαπάνη περίπου 528,5 εκατ. ευρώ) σε 130.510 (και εκτιμώμενη δαπάνη περίπου 393,5 εκατ. ευρώ) στο τέλος του 2ου τριμήνου 2021. Οι ληξιπρόθεσμες (εκκρεμείς πάνω από 90 ημέρες) αιτήσεις συνταξιοδότησης μειώθηκαν από 108.893 στο τέλος Μαρτίου 2021 (εκτιμώμενη δαπάνη περίπου 509,7 εκατ. ευρώ) σε 100.107 στο τέλος Ιουνίου 2021 (εκτιμώμενη δαπάνη περίπου 377,4 εκατ. ευρώ). Στον επόμενο πίνακα φαίνεται η εξέλιξη των εκκρεμών και των ληξιπρόθεσμων αιτήσεων συνταξιοδότησης στο τέλος κάθε τριμήνου για τα έτη 2019 – 2021, καθώς και η σχετική εκτιμώμενη δαπάνη.

Σημειώνεται ότι ο αριθμός των νέων αιτήσεων για συνταξιοδότηση στον e-ΕΦΚΑ αυξάνεται από το 2017 (145.555 νέες αιτήσεις) μέχρι το 2019 (165.944 νέες αιτήσεις), μειώνεται το 2020 (161.719 νέες αιτήσεις), ενώ για το 2021 ο αριθμός των νέων αιτήσεων κύριας σύνταξης εμφανίζεται αυξημένος συγκρινόμενος με το 2020 τόσο στο 1ο τρίμηνο (40.298 συνολικά νέες αιτήσεις κύριας σύνταξης το 2020 και 42.115 το 2021) όσο και στο 2ο τρίμηνο (32.751 συνολικά νέες αιτήσεις κύριας σύνταξης το 2ο τρίμηνο 2020 και 41.790 το 2ο τρίμηνο 2021). Σύμφωνα με τον e-ΕΦΚΑ το πλήθος των νέων αιτήσεων αναμένεται να μειωθεί το 2021 συγκρινόμενο με το 2020, αν και η εκτίμηση για το πλήθος των νέων αιτήσεων κύριας σύνταξης αναθεωρήθηκε προς τα πάνω τον Ιούνιο σε σχέση με τον Μάρτιο (από 155.000 συνολικά εκτιμώμενες αιτήσεις για το 2021 τον Μάρτιο 2021 σε 160.000 τον Ιούνιο 2021).

Leave a comment